Καταρχάς πρέπει να σημειωθεί, ότι το ποσοστό επιτυχίας των οστεοενσωματούμενων οδοντικών εμφυτευμάτων είναι εξαιρετικά υψηλό – μόλις 5% ποσοστό αποτυχίας καταγράφεται στη βιβλιογραφία. Στους ασθενείς μας δεν έχει διαπιστωθεί μέχρι σήμερα καμία απώλεια εμφυτεύματος, αν και αρκετοί ασθενείς δεν έχουν εκτιμηθεί μακροπρόθεσμα, καθώς δεν ακολούθησαν το πρόγραμμα επανεξετάσεων, που τους είχε συστηθεί μετά την τοποθέτηση των εμφυτευμάτων.
Τα συχνότερα αίτια αποτυχίας – απώλειας οστεοενσωματούμενων οδοντικών εμφυτευμάτων περιλαμβάνουν:
- Ακατάλληλο σχέδιο θεραπείας ή κακή χειρουργική τεχνική: Αρκετά συχνά τα οστεοενσωματούμενα οδοντικά εμφυτεύματα «χάνονται» κατά την άμεση μετεγχειρητική περίοδο ή/και κατά τη διάρκεια του χειρουργείου λόγω εσφαλμένων αποφάσεων, που ελήφθησαν προ- ή δι- εγχειρητικά, συνήθως λόγω απειρίας ή ένδειας γνώσεων του επεμβαίνοντος. Δυστυχώς παρατηρούνται φαινόμενα όπως διάτρηση του εδάφους του ιγμορείου, τραυματισμός νεύρων και αγγείων (γενειακού ή κάτω φατνιακού), τρώση των ριζών παρακειμένων δοντιών ή διάτρηση των φλοιωδών φατνιακών πετάλων λόγω ακατάλληλου προεγχειρητικού σχεδιασμού (κυρίως ακτινογραφικής εκτίμησης) και επιλογής εμφυτεύματος ή εξαιτίας κακής χειρουργικής τεχνικής. Ακόμη, προϋπόθεση για την επιτυχή οστεοενσωμάτωση των εμφυτευμάτων είναι η εφαρμογή ενός άσηπτου χειρουργικού πρωτοκόλλου, που δυστυχώς αρκετά συχνά δεν τηρείται. Η τοποθέτηση οστεοενσωματούμενων οδοντικών εμφυτευμάτων από Στοματικό και Γναθοπροσωπικό Χειρουργό εγγυάται τον σωστό προεγχειρητικό σχεδιασμό και την ενδεδειγμένη για κάθε ασθενή επιλογή εμφυτεύματος, με πλήρη γνώση της ανατομίας της περιοχής, εμπειρία και γνώση στη διάγνωση και θεραπεία πιθανών διεγχειρητικών επιπλοκών και σχολαστική τήρηση άσηπτου χειρουργικού πρωτοκόλλου κατά την τοποθέτηση.
- Αποτυχία οστεοενσωμάτωσης λόγω μειονεκτικού οστικού υποστρώματος: Η οστεοενσωμάτωση λαμβάνει χώρα με αποικισμό των σπειρών του εμφυτεύματος από οστεοκύτταρα, που σχηματίζουν νεόπλαστο οστούν σε επαφή με αυτές, ώστε το εμφύτευμα να αποτελεί πλέον συνέχεια του περιβάλλοντος οστού της γνάθου. Η αποτυχία οστεοενσωμάτωσης μπορεί να οφείλεται σε ανεπαρκή οστική πυκνότητα-ποιότητα στα τοιχώματα του φρεατίου του εμφυτεύματος, λόγω εξαρχής μειονεκτικού οστικού υποστρώματος ή κακωτικής χειρουργικής τεχνικής, χωρίς σεβασμό των διαθέσιμων κατά περίπτωση ιστών. Στις περιπτώσεις μειονεκτικού οστικού υποστρώματος ο Στοματικός και Γναθοπροσωπικός Χειρουργός θα προετοιμάσει κατάλληλα τις θέσεις υποδοχής των εμφυτευμάτων με την ενδεδειγμένη τεχνική κατευθυνόμενης οστικής αναγέννησης. Σε κάθε ασθενή το σχέδιο θεραπείας διαμορφώνεται εξατομικευμένα, ώστε τα εμφυτεύματα να τοποθετούνται στις πλέον ευνοϊκές θέσεις, εξασφαλίζοντας στο μέτρο του δυνατού επιτυχή οστεοενσωμάτωση.
- Λοίμωξη των περιεμφυτευματικών ιστών (περιεμφυτευματίτιδα): Αποτελεί την συχνότερη αιτία αποτυχίας εμφυτευμάτων και μπορεί να συμβεί οποτεδήποτε μετά την ενσωμάτωση και λειτουργική φόρτιση των εμφυτευμάτων στο στόμα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την μακροχρόνια παραμονή και λειτουργία των εμφυτευμάτων είναι η άριστη στοματική υγιεινή από πλευράς του ασθενούς. Έτσι, μετά την χειρουργική εμφυτευμάτων είναι ζωτικής σημασίας η εκπαίδευση του ασθενούς στο σωστή και αποτελεσματική χρήση των μέσων στοματικής υγιεινής (βούρτσισμα και χρήση μεσοδοντίου νήματος ή βουρτσακίων). Σε περίπτωση ανεπαρκούς στοματικής υγιεινής είναι σχεδόν βέβαιη η ανάπτυξη λοίμωξης στους ιστούς πέριξ του εμφυτεύματος (περιεμφυτευματίτιδα), η οποία μπορεί να οδηγήσει στην απώλεια του εμφυτεύματος. Στην περίπτωση που ο ασθενής καπνίζει, ο κίνδυνος περιεμφυτευματίτιδας πολλαπλασιάζεται, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με ανεπαρκή στοματική υγιεινή.
- Τραυματογόνο σύγκλειση λόγω βρυγμού: Ο βρυγμός οδηγεί σε υπέρ το δέον φόρτιση των περιεμφυτευματικών ιστών, με αποτέλεσμα τραυματική φλεγμονή τους (τραυματογόνος σύγκλειση) και μακροπρόθεσμα κίνδυνο απώλειας του εμφυτεύματος, κατ΄ανάλογο τρόπο με την απώλεια των φυσικών δοντιών σε χρόνιους βρυγμομανείς. Πριν την τοποθέτηση εμφυτευμάτων σε ασθενείς με ιστορικό βρυγμού, απαιτείται λήψη ενδεδειγμένων θεραπευτικών μέτρων (π.χ. κατασκευή νάρθηκα βρυγμού ή σταθεροποίησης, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή με αγχολυτικά, μυοχαλαρωτικά και ΜΣΑΦ ή/και χρήση botox για λύση μυικού σπασμού ή υπερτροφίας) εξατομικευμένα, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ασθενούς (βλέπε Θεραπεία συνδρόμου ΚΓΔ – θεραπεία βρυγμού). Επιπλέον, το σχέδιο θεραπείας και κυρίως η επιλογή εμφυτευμάτων πρέπει να γίνεται, λαμβάνοντας υπόψη την αδυναμία οριστικής θεραπείας του βρυγμού.
- Τραύμα σε πρόσωπο και γνάθους: Η απώλεια εμφυτευμάτων μπορεί να οφείλεται σε ποικίλης βαρύτητας τραύμα του προσώπου, που έχει προκαλέσει κάταγμα του οστού της φατνιακής απόφυσης της άνω ή της κάτω γνάθου, όπου εδράζονται τα οστεοενσωματούμενα οδοντικά εμφυτεύματα.
- Απόρριψη εμφυτεύματος λόγω αλλεργικής αντίδρασης: Τα οστεοενσωματούμενα οδοντικά εμφυτεύματα είναι κατασκευασμένα από απόλυτα βιοσυμβατά υλικά (τιτάνιο, κεραμικά κλπ) και στην πλειονότητα των περιπτώσεων δε λειτουργούν ως ξένα σώματα, ικανά να προκαλέσουν αντίδραση απόρριψης από τον ξενιστή. Ωστόσο, στη διεθνή βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί σποραδικά ελάχιστες περιπτώσεις αλλεργικής αντίδρασης στο τιτάνιο με τοπικές εκδηλώσεις (κνίδωση, ερύθημα, οίδημα, εκζεματοειδή αντίδραση, ατοπική δερματίτιδα κλπ), που εφόσον παρατείνονται και δεν ανταποκρίνονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης, είναι θεωρητικά δυνατόν να αποτελέσουν ένδειξη χειρουργικής αφαίρεσης του εμφυτεύματος.
