Η ορθογναθική χειρουργική είναι το κομμάτι της Στοματικής και Γναθοπροσωπικής Χειρουργικής, που ασχολείται με τη διόρθωση της λανθασμένης θέσης των γνάθων και κατ’ επέκταση των αντίστοιχων μαλακών μορίων του προσώπου, αποκαθιστώντας τη φυσιολογική σύγκλειση των δοντιών, την ομαλή αναπνευστική λειτουργία και την αισθητική αρμονία του προσώπου. Η ορθοδοντική θεραπεία είναι συνήθως απαραίτητη σε ασθενείς, που χρειάζονται ορθογναθική χειρουργική και πραγματοποιείται προ-, μετ-, ή και περι- εγχειρητικά. Ωστόσο, ορθογναθική χειρουργική εφαρμόζεται επίσης για την αποκατάσταση της σκελετικής αρμονίας του προσώπου ακόμα και σε περιπτώσεις, που δεν απαιτείται διόρθωση της σύγκλεισης.
Η ανάγκη ορθογναθικής χειρουργικής καθορίζεται από τον Στοματικό και Γναθοπροσωπικό Χειρουργό, συνήθως σε συνεργασία με ορθοδοντικό. Μετά από πλήρη κλινικό (κλινική εξέταση, κατασκευή εκμαγείων μελέτης ή ψηφιακή 3D σάρωση του οδοντικού φραγμού) και ακτινογραφικό έλεγχο (κεφαλομετρική και πανοραμική ακτινογραφία, τρισδιάστατη αξονική τομογραφία) καθορίζεται ο τύπος και η βαρύτητα της σκελετικής ή οδοντογναθικής ανωμαλίας και διαμορφώνεται το κατάλληλο σχέδιο θεραπείας. Σε ασθενείς, όπου απαιτείται ορθογναθική χειρουργική για την θεραπεία άπνοιας ύπνου (υπνικής άπνοιας), πρέπει απαραίτητα να πραγματοποιηθεί μελέτη ύπνου σε ειδικό εργαστήριο.
Σήμερα η προεγχειρητική μελέτη και ο σχεδιασμός του χειρουργείου γίνονται πλέον τρισδιάστατα με ειδικά λογισμικά (3D planning), ώστε η επέμβαση να πραγματοποιηθεί με ακρίβεια χιλιοστού, μειώνοντας το χειρουργικό χρόνο και επιτρέποντας την αξιόπιστη πρόβλεψη της τελικής εικόνας του ασθενούς.
Η ορθογναθική χειρουργική συνίσταται σε κατάλληλη μετακίνηση των γνάθων, ώστε να αποκατασταθεί σωστή σχέση μεταξύ τους. Αυτό επιτυγχάνεται με οστεοτομίες, δηλαδή διατομή συγκεκριμένου/ων τμήματος/τμημάτων των γνάθων, που επιτρέπουν ελεύθερη μετακίνηση των δημιουργούμενων κολοβωμάτων στα τρία επίπεδα του χώρου. Πραγματοποιούνται υπό γενική αναισθησία, με ενδοστοματική προσπέλαση (χωρίς ουλές στο πρόσωπο), χωρίς κατά κανόνα ανάγκη διαγναθικής ακινητοποίησης (παραμονής του ασθενούς με κλειστό στόμα).
Οι πλέον διαδεδομένες επεμβάσεις, που διενεργούνται είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, ώστε να προσφέρουν το επιθυμητό λειτουργικό και αισθητικό αποτέλεσμα, είναι:
- Le Fort I Οστεοτομία
Εφόσον απαιτείται μετακίνηση της άνω γνάθου σε ένα ή περισσότερα επίπεδα, το οδοντοφόρο τμήμα της κινητοποιείται από τα οστά του σπλαγχνικού κρανίου με οριζόντια οστεοτομία, που το διαχωρίζει από τα ζυγωματικά οστά και τη βάση της μύτης (Εικόνα).

Στην συνέχεια το συγκεκριμένο τμήμα της άνω γνάθου μπορεί να μετακινηθεί στην επιθυμητή θέση ως προς τις 3 διαστάσεις του χώρου, διατηρώντας την αιμάτωσή του από τα μαλακά μόρια. Ακολουθεί ακινητοποίηση με τη βοήθεια μικρών πλακών και βιδών τιτανίου, ώστε να εξασφαλισθεί η απαραίτητη σταθερότητα μετεγχειρητικά. (Εικόνα)

Μετά το χειρουργείο παρουσιάζεται σημαντικό οίδημα, που μεγιστοποιείται τη 2η-3η μετεγχειρητική ημέρα και υποχωρεί πλήρως σχεδόν 2 εβδομάδες μετά. Μικρή αιμορραγία από τη μύτη είναι αναμενόμενη τις πρώτες 1-2 ημέρες. Ο ασθενής αντιλαμβάνεται άμεσα την αλλαγή στη σύγκλειση των δοντιών αλλά το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα αναμένεται περίπου στους 6 μήνες, δηλαδή το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την τελική προσαρμογή των μαλακών ιστών του προσώπου στην νέα τους θέση. Αρκετά συχνά παρατηρείται μετά την επέμβαση μειωμένη αισθητικότητα (αιμωδία, κοινώς μούδιασμα) στο άνω χείλος και γύρω από την μύτη, η οποία αποκαθίσταται μέσα σε μερικές εβδομάδες. Ο ασθενής λαμβάνει υδαρή δίαιτα τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες και πολύ μαλακή, πολτώδη τροφή τις επόμενες 4 εβδομάδες, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία της οστικής επούλωσης.
- Οβελιαία Οστεοτομία Κάτω Γνάθου
Εφαρμόζεται με κατάλληλες τροποποιήσεις σε πλήθος σκελετικών ανωμαλιών της κάτω γνάθου (προγναθισμός, οπισθογναθισμός ή ασυμμετρία κάτω γνάθου, θεραπεία υπνικής άπνοιας). Συνίσταται στο διαχωρισμό του οδοντοφόρου τμήματος της κάτω γνάθου από τους δύο κλάδους της, ώστε αυτό να μετακινηθεί στην επιθυμητή θέση ως προς τα τρία επίπεδα και εκτελείται εξολοκλήρου με ενδοστοματικές τομές. Μετά τις οστεοτομίες η κάτω γνάθος είναι πλέον χωρισμένη σε τρία τμήματα: 2 κεντρικά (κονδυλοφόρα) και 1 περιφερικό (οδοντοφόρο). Τα 2 κεντρικά τμήματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι κόνδυλοι, παραμένουν στη θέση τους μέσα στην κροταφική γλήνη, ώστε να μη διαταραχθεί η κροταφογναθική διάρθρωση αμφοτερόπλευρα. Το περιφερικό οδοντοφόρο τμήμα κινητοποιείται πλήρως, ώστε να μετακινηθεί ελεύθερα στην προκαθορισμένη θέση. Ακολουθεί η επανσύνδεσή του με τα 2 κεντρικά και ακινητοποίηση με μικρές πλάκες και βίδες τιτανίου, που εξασφαλίζουν μια νέα σταθερή κάτω γνάθο και μειώνουν την ανάγκη διαγναθικής ακινητοποίησης (παραμονής του ασθενούς με το στόμα κλειστό).

Αμέσως μετά την επέμβαση παρουσιάζεται οίδημα, που κορυφώνεται μέσα στις πρώτες 48-72 ώρες και διατηρείται για τις επόμενες 7-10 ημέρες. Καθώς κατά την οστεοτομία αναγνωρίζεται και παρασκευάζεται το κάτω φατνιακό νεύρο, αναμένεται πάντα μετεγχειρητική υπαισθησία στο κάτω χείλος, τα ούλα και τα δόντια της κάτω γνάθου. Αυτή διαρκεί συνήθως 2-4 εβδομάδες αλλά μπορεί να παραταθεί μέχρι και 6 μήνες μετεγχειρητικά. Ο ασθενής λαμβάνει υδαρή δίαιτα τις 2 πρώτες μετεγχειρητικές εβδομάδες και πολύ μαλακή πολτώδη τροφή τις επόμενες 2-3 εβδομάδες, μέχρι να ολοκληρωθεί η οστική επούλωση. Το τελικό αποτέλεσμα της επέμβασης επιτυγχάνεται περίπου ένα μήνα μετεγχειρητικά.
- Γενειοπλαστική
Η γενειοπλαστική εφαρμόζεται μεμονωμένα για αισθητικούς λόγους σε περιπτώσεις προγενειϊσμού, οπισθογενειϊσμού ή ασυμμετρίας του γενείου, καθώς και σε συνδυασμό με την οβελιαία οστεοτομία της κάτω γνάθου για να βελτιώσει το αισθητικό αποτέλεσμα, εφόσον απαιτείται μεγάλη μετακίνηση της γνάθου.
Με τον όρο γενειοπλαστική περιγράφονται επεμβάσεις στο οστικό υπόστρωμα των πώγωνα (γενείου), που περιλαμβάνουν είτε οστεοτομίες και μετακίνηση του γενείου στην επιθυμητή θέση, είτε διαμόρφωση του περιγράμματος του γενείου με αλλοπλαστικά υλικά (πορώδες πολυαιθυλένιο, σιλικόνη κ.ά.) επιθυμητών διαστάσεων. Όλες οι παραπάνω επεμβάσεις εκτελούνται με ενδοστοματικές τομές.

Σε περιπτώσεις προγενειϊσμού (= μεγάλο, προέχον γένειο) η χειρουργική διόρθωση απαιτεί αφαίρεση οστικής μάζας ή/και οπίσθια μετατόπιση τμήματος του γενείου μετά από οστεοτομία. Ακολουθεί προσαρμογή των υπερκείμενων μαλακών μορίων, ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αισθητικό αποτέλεσμα.
Σε περιπτώσεις οπισθογενειϊσμού (= μικρό, υπολειπόμενο γένειο) υπάρχει η δυνατότητα πρόσθιας μετακίνησής του μετά από οστεοτομία ή αύξησης του όγκου του με την τοποθέτηση αλλοπλαστικού υλικού, ανάλογα με τις υφιστάμενες ενδείξεις και αισθητικές απαιτήσεις.
Σε περιπτώσεις ασυμμετρίας του γενείου είναι δυνατή η διόρθωση του περιγράμματός του με τοποθέτηση αλλοπλαστικού υλικού, ώστε να επιτευχθεί ένα συμμετρικό γένειο.
Η επέμβαση θεωρείται μικρής βαρύτητας, με μειωμένη μετεγχειρητική ταλαιπωρία του ασθενούς. Εκτός από οίδημα του γενείου αναμένεται άλλοτε άλλης διάρκειας υπαισθησία του κάτω χείλους, καθώς κατά την επέμβαση αναγνωρίζονται και παρασκευάζονται και τα δύο γενειακά νεύρα, που είναι υπεύθυνα για την αισθητικότητά του. Ο ασθενής σιτίζεται κανονικά από τις πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες.