Η κροταφογναθική διάρθρωση (ΚΓΔ) συνδέει αμφοτερόπλευρα την αρθρική επιφάνεια της κάτω γνάθου, που λέγεται κόνδυλος, με την αρθρική επιφάνεια του κροταφικού οστού, που λέγεται κροταφική γλήνη, επιτρέποντας την κινητικότητα της κάτω γνάθου κατά τα 3 επίπεδα του χώρου. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας της μίας ή και των δύο ΚΓΔ ο ασθενής παρουσιάζει συμπτώματα όπως πόνο, δυσκολία στη μάσηση και άλλοτε άλλου βαθμού περιορισμό της κινητικότητας της κάτω γνάθου, που περιγράφονται συνοπτικά με τον όρο «Σύνδρομο ΚΓΔ».

Τα συχνότερα συμπτώματα του συνδρόμου ΚΓΔ περιλαμβάνουν:
- Πόνο ή ευαισθησία στην κάτω γνάθο ή/και πόνο στο αυτί (ετερόπλευρα ή αμφοτερόπλευρα)
- Πόνο στο πρόσωπο, το κεφάλι (κεφαλαλγία τύπου τάσεως) ή τον αυχένα
- Πόνο/ευαισθησία την περιοχή των μασητηρίων μυών ή/και υπερτροφία τους (κυρίως του μασητήρα, πολύ σπανιότερα του κροταφίτη)
- Δυσκολία στη μάσηση ή/και την ομιλία
- Ήχους κατά το άνοιγμα ή/και το κλείσιμο του στόματος (κρότοι ή clicking, κριγμοί)
- Αίσθημα αναπήδησης της κάτω γνάθου στο άνοιγμα ή/και κλείσιμο του στόματος
- Επεισόδια «κλειδώματος» της κάτω γνάθου
- Περιορισμένη διάνοιξη του στόματος (ανώδυνη ή επώδυνη)
- Παρέκκλιση του γενείου προς την πάσχουσα πλευρά κατά τη διάνοιξη του στόματος και στην συνέχεια επαναφορά στη μέση γραμμή
Αρκετά συχνά το σύνδρομο ΚΓΔ συνδέεται αιτιολογικά με παραλειτουργικές (μη φυσιολογικές) έξεις (συνήθειες), όπως ο βρυγμός. Με τον όρο αυτόν περιγράφεται η νοσηρή κατάσταση, κατά την οποία ο ασθενής ασυναίσθητα σφίγγει ή/και τρίζει τα δόντια μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της ημέρας (ημερήσιος) ή/και της νύχτας (νυχτερινός βρυγμός). Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία προσβάλλει το 5%-20% των ανθρώπων ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου και αποδίδεται σε ψυχοκοινωνικούς παράγοντες (stress). Διαγιγνώσκεται συνήθως είτε λόγω παρουσίας συμπτωμάτων συνδρόμου ΚΓΔ, είτε εξαιτίας των δυσμενών επιπτώσεών του στα δόντια και το περιοδόντιο (αποτριβή στις μασητικές/κοπτικές επιφάνειες των δοντιών, κατάγματα δοντιών, εμφράξεων ή προσθετικών εργασιών, κινητικότητα δοντιών).
Θεραπεία συνδρόμου ΚΓΔ – Θεραπεία βρυγμού
Η πλειονότητα των ασθενών με σύνδρομο ΚΓΔ δε χρειάζονται χειρουργική θεραπεία αλλά ανταποκρίνονται στην εφαρμογή συντηρητικών θεραπευτικών μέτρων, που ανακουφίζουν τα συμπτώματά τους σε άλλοτε άλλο βαθμό.
- Συντηρητική θεραπεία
Περιλαμβάνει τα εξής θεραπευτικά μέτρα:
- Καθησυχασμό και ενημέρωση του ασθενούς
- Έλεγχο του πόνου με ΜΣΑΦ π.χ. ιβουπροφαίνη
- Έλεγχος του μυικού σπασμού με μυοχαλαρωτικά (τύπου Norgesic)
- Κινησιοθεραπεία – φυσικοθεραπεία
- Έλεγχος του stress
- Αλλαγή δίαιτας (σύσταση για μαλακή δίαιτα) και οδηγίες μάσησης
- Αποφυγή συνηθειών, που επιδεινώνουν τη δυσλειτουργία της ΚΓΔ (π.χ. μάσημα τσίχλας, απομύζηση/δήξη αντικειμένων κλπ)
- Θεραπευτικά μέτρα για την αντιμετώπιση του βρυγμού (ειδικοί νάρθηκες)
- Αντιμετώπιση υπερτροφίας/σπασμού μασητηρίων μυών με botox
Πιο συγκεκριμένα:
- Θεραπεία με νάρθηκες
Η θεραπεία του βρυγμού (και κατ’ επέκταση του συνδρόμου ΚΓΔ σε βρυγμομανείς) περιλαμβάνει την κατασκευή ενός νάρθηκα βρυγμού ή σταθεροποίησης από διάφανο σκληρό ακρυλικό, που καλύπτει τις μασητικές επιφάνειες των δοντιών της άνω ή της κάτω γνάθου κατά περίπτωση. Χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο το βράδυ ή και κατά τη διάρκεια της ημέρας, εφόσον κρίνεται σκόπιμο. Ο νάρθηκας εμποδίζει την σύγκλειση των δοντιών και κρατώντας την κάτω γνάθο σε ουδέτερη θέση (θέση ανάπαυσης) συντελεί στη χαλάρωση των μασητηρίων μυών. Με αυτόν το τρόπο προστατεύει τα δόντια, τους περιοδοντικούς ιστούς και τις κροταφογναθικές διαρθρώσεις από τις επιπτώσεις της μακροχρόνιας υπέρ το δέον λειτουργικής φόρτισης του στοματογναθικού συστήματος. Συγκεκριμένα ο νάρθηκας προστατεύει:
- τα δόντια από αποτριβή – που οδηγεί σε προοδευτικά αυξανόμενη ευαισθησία των δοντιών στο κρύο – και πιθανά κατάγματα μύλης/ρίζας, εμφράξεων ή/και προσθετικών αποκαταστάσεων
- τους ιστούς του περιοδοντίου από τραυματική φλεγμονή, που περιγράφεται με τον όρο «τραυματογόνος σύγκλειση» και οδηγεί σε προοδευτικά αυξανόμενη κινητικότητα και μακροπρόθεσμη απώλεια των δοντιών
- τους μασητηρίους μυς (κυρίως το μασητήρα και τον κροταφίτη) από υπέρμετρο παρατεταμένο σπασμό και μακροπρόθεσμη υπερτροφία
- τους ιστούς των κροταφογναθικών διαρθρώσεων (συνδέσμους, διάρθριο δίσκο, αρθρικές επιφάνειες) από ποικίλες τραυματικές βλάβες, που εκδηλώνονται κλινικά με τα προοδευτικά επιδεινούμενα σημεία και συμπτώματα του συνδρόμου ΚΓΔ, που περιγράφηκαν προηγουμένως.
- Θεραπεία με botox
Η έγχυση βοτουλινικής τοξίνης στους μασητηρίους μυς για τη θεραπεία του συνδρόμου ΚΓΔ ενδείκνυται σε καταστάσεις σπασμού ή υπερτροφίας των εν λόγω μυών. Η χαλάρωση των μασητηρίων μυών (μασητήρα ή/και κροταφίτη), που επιτυγχάνεται με το botox, επιφέρει άμεση ανακούφιση από τον πόνο. Η πλειoνότητα των ασθενών βιώνει ουσιαστική ανακούφιση εντός 2-3 ημερών ενώ σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χρειασθεί μέχρι και μία εβδομάδα. Τα οφέλη της χρήσης botox στη θεραπεία του βρυγμού περιλαμβάνουν άμεση ανακούφιση από πόνους στην κάτω γνάθο και την ΚΓΔ, άμεση εξάλειψη των κεφαλαλγιών τύπου τάσεως, βελτίωση της κινητικότητας της κάτω γνάθου με αποτέλεσμα καλύτερη μάσηση και ομιλία, προστασία των δοντιών και του περιοδοντίου από τις επιβλαβείς επιπτώσεις του βρυγμού (αποτριβή δοντιών, τραυματογόνος σύγκλειαη) και γενικά βελτίωση της ποιότητας ζωής του ασθενούς.
- Χειρουργική της ΚΓΔ
Συνιστάται σε ασθενείς με σύνδρομο ΚΓΔ, που δεν ανταποκρίνονται στην συντηρητική θεραπεία, με σκοπό την ανακούφιση του πόνου και τη βελτίωση της λειτουργίας του στοματογναθικού συστήματος. Περιλαμβάνει πλήθος επεμβάσεων, όπως:
- Αρθροκέντηση: Πρόκειται για ελάχιστα παρεμβατική διαδικασία, που περιλαμβάνει έκπλυση της αρθρικής κοιλότητας της ΚΓΔ με αποστειρωμένο διάλυμα Ringer’s, που απομακρύνει τυχόν προϊόντα ιστικής καταστροφής και φλεγμονώδεις μεσολαβητές (π.χ. κινίνες, προσταγλανδίνες) από την άρθρωση ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη λύση τυχόν υπαρχουσών ινωδών συμφύσεων.
- Αρθροσκόπηση: Συνίσταται στην εισαγωγή μέσω μικρής τομής κατάλληλης κάμερας, που λέγεται αρθροσκόπιο, μέσα στην αρθρική κοιλότητα. Επιτρέπει εκτός από την έκπλυση της αρθρικής κοιλότητας την απομάκρυνση τυχόν προϋπάρχοντος ουλώδους ιστού και ινωδών συμφύσεων, καθώς και την έγχυση στεροειδών στους φλεγμαίνοντες ενδοαρθρικούς ιστούς, με σκοπό κυρίως την ανακούφιση του πόνου και την αποκαταστάση της φυσιολογικής κινητικότητας.
- Αρθροσκοπική χειρουργική: Μετά την εισαγωγή του αρθροσκοπίου μέσα στην αρθρική κοιλότητα της ΚΓΔ είναι δυνατή με άμεση επισκόπηση όχι μόνο η αφαίρεση ινώδους ιστού (συμφύσεων) και η έγχυση στεροειδών στους φλεγμαίνοντες ενδοαρθρικούς ιστούς αλλά και η επιδιόρθωση των συνδέσμων της άρθρωσης, καθώς και η επανατοποθέτηση τυχόν μετατοπισμένου διάρθριου δίσκου.
- Ανοικτή αρθροπλαστική: Κατόπιν προωτιαίας τομής γίνεται προσπέλαση της ΚΓΔ και αντικατάσταση επιμέρους ή όλων των στοιχείων της, που νοσούν (μερική ή ολική αρθροπλαστική). Συνιστάται σε εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό ασθενών με τελικού σταδίου οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, παθολογικές καταστάσεις του κονδύλου κ.ά. Πρόκειται για επέμβαση, που εφαρμόζεται σπάνια και απαιτεί μακροχρόνια αποθεραπεία.