Select Page

Ως «κύστη» περιγράφεται κάθε παθολογική κοιλότητα στο οστούν των γνάθων, η οποία έχει τοίχωμα από επιθήλιο ή/και περιέχει υγρό. Η ανάπτυξη κύστεων στις γνάθους είναι συχνή. Υπάρχουν διάφορα είδη κύστεων, που ταξινομούνται ανάλογα με την παθογένεια σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: οδοντογενείς, μη οδοντογενείς και ψευδοκύστεις. Κάθε κατηγορία περιλαμβάνει ποικίλους τύπους, που διαφοροποιούνται ως προς τα κλινικά, ακτινογραφικά και ιστολογικά χαρακτηριστικά τους.

Οι κύστεις είναι δυνατόν να αναπτύσσονται ασυμπτωματικά για μεγάλο χρονικό διάστημα. Συνήθως καθίστανται αντιληπτές, είτε όταν λόγω μεγάλου μεγέθους προκαλέσουν τοπική διόγκωση της γνάθου, είτε όταν επιμολυνθούν και αναπτύξουν σημεία και συμπτώματα φλεγμονής. Ωστόσο, αρκετά συχνά οι κύστεις ανακαλύπτονται από τον οδοντίατρο ως τυχαίο εύρημα σε ακτινογραφίες, που διενεργούνται για άλλον σκοπό, πριν καν προκαλέσουν συμπτώματα. Σε κάθε περίπτωση λαμβάνεται λεπτομερές ιστορικό του ασθενούς, αξιολογούνται τυχόν παλαιότερες ακτινογραφίες της περιοχής και ελέγχονται η ζωτικότητα και τυχόν κινητικότητα των παρακείμενων δοντιών, ώστε να κατευθυνθούμε διαγνωστικά σχετικά με το είδος της κύστης.

Η θεραπεία των κύστεων είναι πάντα χειρουργική και συνίσταται σε σχολαστική αφαίρεση ολόκληρου του κυστικού τοιχώματος (εκπυρήνιση), ακολουθούμενη από προσεκτική απόξεση της καταλειπόμενης οστικής κοιλότητας και έκπλυση με φυσιολογικό ορό, για την πρόληψη πιθανής υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, η οριστική διάγνωση τίθεται μετά την ιστολογική εξέταση του ιστοτεμαχίου (κυστικού τοιχώματος).

Στις «οδοντογενείς κύστεις» είναι δυνατόν ένα ή περισσότερα δόντια να εμπλέκονται στη βλάβη, είτε ως αίτιο ανάπτυξής της, είτε λόγω επέκτασης της κύστης στο παρακείμενο προς αυτά τα δόντια οστούν. Σε αυτές τις περιπτώσεις αξιολογείται πάντα η δυνατότητα διατήρησης των δοντιών, λαμβάνοντας υπόψη τη ζωτικότητα και την απόσταση των ακρορριζίων των δοντιών από την κύστη, την ακεραιότητα του οστού πέριξ των δοντιών μετά την αφαίρεση της κύστης κ.ά. Εφόσον η πρόγνωση των δοντιών κρίνεται ικανοποιητική, αυτά είναι δυνατόν να υποβληθούν προεγχειρητικά σε ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση) και ακρορριζεκτομή στον ίδιο χρόνο με την επέμβαση αφαίρεσης της κύστης.

Η ακρορριζεκτομή συνίσταται σε αφαίρεση των τελικών 2-3 χιλιοστών της ρίζας του δοντιού και παρασκευή μιας μικρής κοιλότητας στο άκρο της, που στην συνέχεια σφραγίζεται ερμητικά με ειδικό, απόλυτα βιοσυμβατό υλικό (MTA = mineral trioxide aggregate), ώστε να προλαμβάνεται πιθανή επαναμόλυνση (ανάστροφη έμφραξη ακρορριζίου). Η ακρορριζεκτομή και η ανάστροφη έμφραξη γίνονται εύκολα με τη χρήση πιεζοχειρουργικής, που εξασφαλίζει μεγαλύτερη ακρίβεια της διαδικασίας, ακόμα και σε οπίσθια δόντια με δυσπρόσιτες ρίζες.

Σε περιπτώσεις ιδιαίτερα ευμεγέθων κύστεων η χειρουργική θεραπεία είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί σε 2 χρόνους. Σε πρώτο χρόνο δημιουργείται ένα οστικό παράθυρο και λαμβάνεται δείγμα από το κυστικό τοίχωμα, ώστε να τεθεί ιστολογική διάγνωση. Παράλληλα, τοποθετείται στο παραθύρο παροχετευτικός οδηγός, δια του οποίου ο ασθενής εκπαιδεύεται σε τακτική έκπλυση της κυστικής κοιλότητας με φυσιολογικό ορό. Η διαδικασία λέγεται «αποσυμπίεση» και εφαρμόζεται για διάστημα μηνών, επιτυγχάνοντας συνήθως αξιοσημείωτη μείωση των διαστάσεων της βλάβης. Σε δεύτερο χρόνο, μετά από άλλοτε άλλο χρονικό διάστημα, ακολουθεί η τελική χειρουργική θεραπεία (εκπυρήνιση) της κύστης με ή χωρίς ακρορριζεκτομή των εμπλεκόμενων δοντιών.

Το οστικό έλλειμμα, που παραμένει στη γνάθο μετά την εκπυρήνιση ευμεγέθων κύστεων, συχνά απαιτεί ανάπλαση, με σκοπό την αποκατάσταση των απωλεσθέντων δοντιών. Η ανάπλαση του οστικού ελλείμματος της κύστης γίνεται άμεσα ή απώτερα, ανάλογα με τις ενδείξεις κάθε περίπτωσης με κατευθυνόμενη οστική αναγέννηση.

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο τακτικός κλινικός και ακτινογραφικός έλεγχος, ιδίως σε συγκεκριμένους τύπους κύστεων με υψηλό ποσοστό υποτροπής (π.χ. οδοντογενής κερατινοκυστικός όγκος). Εκτός από την έγκαιρη διάγνωση πιθανής υποτροπής οι τακτικές ακτινογραφικές επανεξετάσεις απαιτούνται για την επιβεβαίωση της ομαλής και πλήρους επούλωσης του οστικού ελλείμματος, που δημιουργήθηκε μετά την εκτομή της κύστης.